ληιον

ληιον
    λήϊον
    дор. λαῖον и стяж. λᾷον τό нива, посев
    

(βαθύ Hom.; τοῦ σίτου Arst.; κάρπιμον Theocr.)


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "ληιον" в других словарях:

  • λήιον — λήϊον, δωρ. τ. λᾷιον και λαῑον, τὸ (Α) 1. αθέριστοι καρποί τού αγρού, χωράφι πριν από τον θερισμό, σπαρτά στην ακμή τους έτοιμα για θερισμό («ἐσθίουσι τοῡ σίτου τὸ λήϊον», Αριστοτ.) 2. αγρός σπαρμένος με σιτάρι 3. η λεία. [ΕΤΥΜΟΛ. < λᾱFιον… …   Dictionary of Greek

  • λήιον — standing crop neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λαῖον — λήιον standing crop neut nom/voc/acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ληίοιο — λήιον standing crop neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ληίοις — λήιον standing crop neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ληίου — λήιον standing crop neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ληίων — λήιον standing crop neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ληίῳ — λήιον standing crop neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λῇα — λήιον standing crop neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λῇον — λήιον standing crop neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λήια — λήιον standing crop neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»